argue with
ar
ˈɑ:r
αρ
gue
gju:
γκγου
with
wɪð
ουιδ
/ˈɑːɡjuː wɪð/

Ορισμός και σημασία του "argue with"στα αγγλικά

to argue with
01

διαφωνώ, αρνούμαι

to deny a statement
Transitive
to argue with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
argue
ενεστώτας
argue with
γ΄ ενικό πρόσωπο
argues with
ενεστώτα μετοχή
arguing with
απλός αόριστος
argued with
παθητική μετοχή
argued with
Παραδείγματα
He often argues with the idea that hard work alone guarantees success, emphasizing the importance of opportunity and timing.
Συχνά διαφωνεί με την ιδέα ότι η σκληρή δουλειά μόνη της εγγυάται την επιτυχία, τονίζοντας τη σημασία της ευκαιρίας και του χρονισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store