Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rewatch
01
ξαναβλέπω, παρακολουθώ ξανά
to watch something such as a movie, television show, etc. again
Transitive: to rewatch a movie or show
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewatch
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewatches
ενεστώτα μετοχή
rewatching
απλός αόριστος
rewatched
παθητική μετοχή
rewatched
Παραδείγματα
She decided to rewatch her favorite movie over the weekend.
Αποφάσισε να ξαναδεί την αγαπημένη της ταινία το σαββατοκύριακο.
Rewatch
01
επανάληψη προβολής, νέα προβολή
an act of watching a film, television program, etc. again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rewatches



























