to rewatch
Pronunciation
/ɹɪwˈɑːtʃ/

Ορισμός και σημασία του "rewatch"στα αγγλικά

to rewatch
01

ξαναβλέπω, παρακολουθώ ξανά

to watch something such as a movie, television show, etc. again
Transitive: to rewatch a movie or show
to rewatch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewatch
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewatches
ενεστώτα μετοχή
rewatching
απλός αόριστος
rewatched
παθητική μετοχή
rewatched
Παραδείγματα
She likes to rewatch documentaries to catch details she missed.
Της αρέσει να ξαναβλέπει ντοκιμαντέρ για να πιάσει λεπτομέρειες που έχασε.
01

επανάληψη προβολής, νέα προβολή

an act of watching a film, television program, etc. again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rewatches

Λεξικό Δέντρο

rewatch
watch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store