Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fangirl
01
φανατίνα, οπαδός
a young woman or girl who is extremely zealous or overly obsessed with a band, comic book, actor, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
fangirls
αρσενικό ενικό
fanboy
θηλυκό ενικό
fangirl
neutral form
fan
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fangirl
fan
girl



























