Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
SMS
01
SMS, μηνύματος κειμένου
a cellular service of sending and receiving brief text messages on a mobile phone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
SMSes
02
SMS, κείμενο μήνυμα
a message sent by SMS
to sms
01
στέλνω SMS, στέλνω μήνυμα
to send someone a short text message using a cellular service
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
SMS
γ΄ ενικό πρόσωπο
SMSes
ενεστώτα μετοχή
SMSing
απλός αόριστος
SMSed
παθητική μετοχή
SMSed



























