Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spoofing
01
spoofing, πλαστογράφηση
(computing) the practice of sending emails or spams to someone pretending to be someone else by forging their address
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
spoofing
spoof



























