Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to egosurf
01
εγωσερφάρω, να ψάχνω στο διαδίκτυο το όνομά μου ή μια προσωπική ιστοσελίδα
to search the internet for one's own name or a personal website
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
egosurf
γ΄ ενικό πρόσωπο
egosurfs
ενεστώτα μετοχή
egosurfing
απλός αόριστος
egosurfed
παθητική μετοχή
egosurfed



























