careline
care
ˈkɛə
κεα
line
laɪn
λαιν
caroline

Ορισμός και σημασία του "careline"στα αγγλικά

01

γραμμή υποστήριξης, εξυπηρέτηση πελατών

a phone service set up by a company or organization to provide its clients with information about the service they received or a product they purchased 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carelines
Παραδείγματα
The careline was very helpful when I needed to cancel my subscription. 

Η γραμμή υποστήριξης ήταν πολύ χρήσιμη όταν χρειάστηκε να ακυρώσω την συνδρομή μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

careline

care

+

line

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store