plunging
plun
ˈplən
πλαν
ging
ʤɪng
τζινγκ
/plˈʌnd‍ʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "plunging"στα αγγλικά

01

με βαθύ ντεκολτέ σε σχήμα V, με βαθή λαιμοκοπτή σε σχήμα V

(of a woman's clothing) having a deep V-shaped neckline that reveals a lot of the top and cleavage
plunging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plunging
συγκριτικός βαθμός
more plunging
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

plunging
plunge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store