Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
low-carb
01
χαμηλός σε υδατάνθρακες, λίγοι υδατάνθρακες
(of food or a diet) having or containing fewer carbohydrates
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most low-carb
συγκριτικός βαθμός
more low-carb
μη διαβαθμίσιμο



























