bobbed
Pronunciation
/bˈɑːbd/

Ορισμός και σημασία του "bobbed"στα αγγλικά

01

μπομπ, κομμένο σε ίσο μήκος

(of hair) cut at an even length all around the head
bobbed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bobbed
συγκριτικός βαθμός
more bobbed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store