bobbed
bob
bɒb
bob
bed
bɛd
bed
bibbedbombed

Ορισμός και σημασία του "bobbed"στα αγγλικά

01

μπομπ, κομμένο σε ίσο μήκος

(of hair) cut at an even length all around the head 
bobbed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bobbed
συγκριτικός βαθμός
more bobbed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hairstyle, appearance, fashion

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bobbed
bob
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store