Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Harlequin rasbora
01
ραζμπόρα αρλεκίν, ψάρι αρλεκίν
a small freshwater fish of the metallic color that is kept in aquariums
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harlequin rasboras
LanGeek



























