Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to act on
01
ενεργώ σε, προχωρώ με
to take action to continue with a task or situation
Transitive: to act on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
act
ενεστώτας
act on
γ΄ ενικό πρόσωπο
acts on
ενεστώτα μετοχή
acting on
απλός αόριστος
acted on
παθητική μετοχή
acted on
Παραδείγματα
After receiving approval, they decided to act on the construction project immediately.
Μετά τη λήψη της έγκρισης, αποφάσισαν να ενεργήσουν αμέσως για το έργο κατασκευής.
02
ενεργώ βάσει, προσαρμόζω τις πράξεις ή τη συμπεριφορά μου βάσει συγκεκριμένων πληροφοριών
to adjust one's actions or behavior based on specific information, ideas, or advice
Transitive: to act on specific information or advice
Παραδείγματα
He chose to act on the financial advisor's recommendations to save for retirement.
Επιλέγει να ενεργήσει σύμφωνα με τις συστάσεις του οικονομικού συμβούλου για να αποταμιεύσει για τη σύνταξη.
03
ενεργώ πάνω σε, λαμβάνω μέτρα σχετικά με
to take steps to confront a particular issue or problem
Transitive: to act on a problem
Παραδείγματα
The government decided to act on the rising crime rates by implementing new policies.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να ενεργήσει σχετικά με την αυξανόμενη εγκληματικότητα εφαρμόζοντας νέες πολιτικές.
04
επιδρά σε, επηρεάζει
to have an impact on something
Transitive: to act on sth
Παραδείγματα
The economic downturn can act on consumer spending habits.
Η οικονομική ύφεση μπορεί να επιδράσει στις συνήθειες δαπανών των καταναλωτών.



























