Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boastfully
01
επιδεικτικά, αλαζονικά
in a manner that shows excessive pride and self-satisfaction about one’s achievements, possessions, or abilities
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He boastfully recounted his accomplishments to anyone who would listen.
Περήφανα διηγήθηκε τα επιτεύγματά του σε όποιον ήθελε να ακούσει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boastfully
boastful
boast



























