Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bluish green
01
γαλαζοπράσινο, πρασινογάλαζο
of a bluish shade of green
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bluish green
συγκριτικός βαθμός
more bluish green
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, perception, description
Bluish green
01
γαλαζοπράσινο, πρασινογάλαζο
a blue-green color or pigment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bluish greens
LanGeek



























