Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yawn
01
χασμουριέμαι, ανοίγω το στόμα μου από βαρεμάρα
to unexpectedly open one's mouth wide and deeply breathe in because of being bored or tired
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
yawns
ενεστώτα μετοχή
yawning
απλός αόριστος
yawned
παθητική μετοχή
yawned
Παραδείγματα
As the lecture dragged on, students began to yawn in boredom.
Καθώς η διάλεξη παρατεινόταν, οι μαθητές άρχισαν να χασμουριούνται από βαρεμάρα.
02
χασμουριέμαι, ανοίγομαι ευρέως
to be exceptionally large or wide, often in a way that appears open or gaping
Intransitive
Παραδείγματα
The canyon yawned before them, stretching for miles in both directions.
Το φαράγγι χασμουρήθηκε μπροστά τους, εκτείνοντας για μίλια και στις δύο κατευθύνσεις.
Yawn



























