yawn
yawn
jɑn
γαν
/jɔːn/

Ορισμός και σημασία του "yawn"στα αγγλικά

to yawn
01

χασμουριέμαι, ανοίγω το στόμα μου από βαρεμάρα

to unexpectedly open one's mouth wide and deeply breathe in because of being bored or tired
Intransitive
to yawn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
yawns
ενεστώτα μετοχή
yawning
απλός αόριστος
yawned
παθητική μετοχή
yawned
Παραδείγματα
She yawned loudly, not able to hide her exhaustion.
Χάσμηκε δυνατά, αδυνατώντας να κρύψει την εξάντλησή της.
02

χασμουριέμαι, ανοίγομαι ευρέως

to be exceptionally large or wide, often in a way that appears open or gaping
Intransitive
Παραδείγματα
The cave ’s entrance yawned before them, dark and mysterious.
Η είσοδος της σπηλιάς χάσμηκε μπροστά τους, σκοτεινή και μυστηριώδης.
01

χασμουρητό, ακούσιο χασμουρητό

an involuntary intake of breath through a wide open mouth; usually triggered by fatigue or boredom
yawn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yawns

Λεξικό Δέντρο

yawner
yawning
yawning
yawn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store