Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yawl
01
ένα γιολ, ένα μικρό σκάφος με δύο κατάρτια
a boat with two tall poles, like a ketch but with a smaller one at the back
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yawls
Παραδείγματα
The crew adjusted the sails on the yawl to catch the shifting wind.
Το πλήρωμα προσάρμοσε τα πανιά στο γιολ για να πιάσει τον μεταβαλλόμενο άνεμο.
02
γιολ, βαρκούλα
a ship's small boat (usually rowed by 4 or 6 oars)
to yawl
01
ουρλιάζω, φωνάζω
emit long loud cries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
yawls
ενεστώτα μετοχή
yawling
απλός αόριστος
yawled
παθητική μετοχή
yawled



























