Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bluish
01
γαλαζωπός, μπλεωπός
having a shade of blue; somewhat blue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bluish
συγκριτικός βαθμός
more bluish
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
bluish
blue



























