bluestone
blue
ˈblu:
bloo
stone
stəʊn
stewn

Ορισμός και σημασία του "bluestone"στα αγγλικά

01

μπλε πέτρα, γαλαζογκρίζα ψαμμίτη

bluish-grey sandstone used for paving and building 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bluestones

Λεξικό Δέντρο

bluestone

blue

+

stone

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store