Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bluestone
01
μπλε πέτρα, γαλαζογκρίζα ψαμμίτη
bluish-grey sandstone used for paving and building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bluestones
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bluestone
blue
stone



























