Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yammer
01
γαβγίζω συνεχώς, ολοφύρομαι
to make loud, repetitive cries or noises, often used for animals
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yammer
γ΄ ενικό πρόσωπο
yammers
ενεστώτα μετοχή
yammering
απλός αόριστος
yammered
παθητική μετοχή
yammered
Παραδείγματα
A lonely cat yammered outside the window.
Μια μοναχική γάτα ουρλιάζει έξω από το παράθυρο.
02
γκρινιάζω, παραπονιέμαι ενοχλητικά
to complain in an annoying, whiny, or repetitive way
Intransitive
Παραδείγματα
They yammered over every small inconvenience.
Αυτοί γκρίνιαζαν για κάθε μικρό μειονέκτημα.



























