Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yak
01
γιακ, τιβετιανός βόδι
a large wild ox with shaggy coat and long horns that is domesticated in Tibet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yaks
Παραδείγματα
The Tibetan plateau is home to many yaks, which are well-adapted to the harsh, cold climate.
Το Θιβετιανό οροπέδιο είναι το σπίτι πολλών ιακ, τα οποία είναι καλά προσαρμοσμένα στο σκληρό, κρύο κλίμα.
02
φλυαρία, κουβέντα
loud, often trivial or continuous talk, usually informal or gossipy
Παραδείγματα
They spent the afternoon in constant yak about neighborhood gossip.
Πέρασαν το απόγευμα σε συνεχή φλυαρία για κουτσομπολιά της γειτονιάς.
to yak
01
μιλάω ασταμάτητα, φλυαρώ
to talk persistently, often in a tedious or annoying manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yak
γ΄ ενικό πρόσωπο
yaks
ενεστώτα μετοχή
yakking
απλός αόριστος
yakked
παθητική μετοχή
yakked
Παραδείγματα
The colleague yakked on and on about their weekend plans, oblivious to the disinterest of others.
Ο συνάδελφος κουβέντιαζε ασταμάτητα για τα σχέδια του για το σαββατοκύριακο, αγνοώντας την αδιαφορία των άλλων.



























