Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yak
01
γιακ, τιβετιανός βόδι
a large wild ox with shaggy coat and long horns that is domesticated in Tibet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yaks
Παραδείγματα
The yak is an integral part of Tibetan culture, often featured in local folklore and art.
Ο ιακ είναι αναπόσπαστο μέρος της θιβετιανής κουλτούρας, συχνά εμφανιζόμενος στο τοπικό φολκλόρ και την τέχνη.
02
φλυαρία, κουβέντα
loud, often trivial or continuous talk, usually informal or gossipy
Παραδείγματα
He enjoys a bit of yak with friends after dinner.
Απολαμβάνει λίγο κουβέντα με φίλους μετά το δείπνο.
to yak
01
μιλάω ασταμάτητα, φλυαρώ
to talk persistently, often in a tedious or annoying manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yak
γ΄ ενικό πρόσωπο
yaks
ενεστώτα μετοχή
yakking
απλός αόριστος
yakked
παθητική μετοχή
yakked
Παραδείγματα
The customer in line could n't help but yak loudly on the phone, creating a disturbance in the quiet bookstore.
Ο πελάτης στην ουρά δεν μπορούσε παρά να κουβεντιάζει δυνατά στο τηλέφωνο, δημιουργώντας διατάραξη στην ήσυχη βιβλιοθήκη.



























