wrought
wrought
rɔt
ροτ
/ɹˈɔːt/

Ορισμός και σημασία του "wrought"στα αγγλικά

01

διαμορφωμένος, εργασμένος

shaped to fit by or as if by altering the contours of a pliable mass (as by work or effort)
wrought definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrought
συγκριτικός βαθμός
more wrought
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store