Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wrongdoer
01
παραβάτης, ένοχος
a person who transgresses moral or civil law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wrongdoers
LanGeek



























