Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wriggle
01
στριφογυρίζω, κουτρουβάλα
to twist, turn, or move with quick, contorted motions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wriggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wriggles
ενεστώτα μετοχή
wriggling
απλός αόριστος
wriggled
παθητική μετοχή
wriggled
Παραδείγματα
The playful puppy wriggled with excitement as its owner approached with a treat.
Το παιχνιδιάρικο κουτάβι συστρεφόταν από τον ενθουσιασμό καθώς ο ιδιοκτήτης του πλησίαζε με ένα λιχουδιά.
Wriggle
01
συστροφή, στριφογύρισμα
a twisting or turning movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wriggles
Παραδείγματα
The toddler's wriggle made it hard to put on his shoes.
Το συστροφή του νήπτου έκανε δύσκολο να του φορέσουν τα παπούτσια του.
Λεξικό Δέντρο
wriggler
wriggling
wriggle



























