Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wriggle
01
στριφογυρίζω, κουτρουβάλα
to twist, turn, or move with quick, contorted motions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wriggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wriggles
ενεστώτα μετοχή
wriggling
απλός αόριστος
wriggled
παθητική μετοχή
wriggled
Παραδείγματα
As the magician escaped from the straitjacket, the audience watched in amazement as he wriggled free.
Καθώς ο μάγος διέφευγε από το σωστικό γιλέκο, το κοινό παρακολουθούσε με κατάπληξη καθώς συστρεφόταν για να ελευθερωθεί.
Wriggle
01
συστροφή, στριφογύρισμα
a twisting or turning movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wriggles
Παραδείγματα
He laughed at the wriggle of the fish on the hook.
Γέλασε με το συστροφή του ψαριού στο άγκιστρο.
Λεξικό Δέντρο
wriggler
wriggling
wriggle



























