to wreak
wreak
ri:k
rik
wreck

Ορισμός και σημασία του "wreak"στα αγγλικά

to wreak
01

προκαλώ, προξενώ

to cause or inflict damage, harm, or destruction, often with great force or intensity 
Transitive: to wreak damage or destruction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wreak
γ΄ ενικό πρόσωπο
wreaks
ενεστώτα μετοχή
wreaking
απλός αόριστος
wreaked
παθητική μετοχή
wreaked
Παραδείγματα
The negligence of the factory owner resulted in a chemical spill that wreaked environmental damage. 

Η αμέλεια του ιδιοκτήτη του εργοστασίου οδήγησε σε μια χημική διαρροή που προξένησε περιβαλλοντική ζημιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store