Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wrangle
01
καβγαδίζω, τσακώνομαι
to have a noisy and intense argument
Intransitive: to wrangle | to wrangle with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrangle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrangles
ενεστώτα μετοχή
wrangling
απλός αόριστος
wrangled
παθητική μετοχή
wrangled
Παραδείγματα
The siblings would often wrangle over who would get to choose the television channel.
Τα αδέρφια συχνά τσακώνονταν για το ποιος θα επέλεγε το τηλεοπτικό κανάλι.
02
εξοικειώνω, διαχειρίζομαι
to herd or manage horses or other livestock
Transitive: to wrangle livestock
Παραδείγματα
The cowboy wrangled the cattle across the open prairie.
Ο καουμπόι έφερε τα ζώα σε τάξη κατά μήκος της ανοιχτής πεδιάδας.
Wrangle
01
μια παρατεταμένη και περίπλοκη διαμάχη, μια ατελείωτη διαφωνία
a prolonged and complicated argument or dispute, often involving a lot of discussion and disagreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrangles
Παραδείγματα
The wrangle over the contract terms delayed the start of the project.
Η διαμάχη για τους όρους της σύμβασης καθυστέρησε την έναρξη του έργου.
02
καβγάς, παζάρεμα
an instance of intense argument (as in bargaining)
Λεξικό Δέντρο
wrangler
wrangling
wrangle



























