to wrangle
Pronunciation
/ˈɹæŋɡəɫ/

Ορισμός και σημασία του "wrangle"στα αγγλικά

to wrangle
01

καβγαδίζω, τσακώνομαι

to have a noisy and intense argument
Intransitive: to wrangle | to wrangle with sb
to wrangle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrangle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrangles
ενεστώτα μετοχή
wrangling
απλός αόριστος
wrangled
παθητική μετοχή
wrangled
Παραδείγματα
The siblings continued to wrangle about the distribution of household chores, creating a commotion in the house.
Τα αδέλφια συνέχισαν να τσακώνονται για τη διανομή των οικιακών εργασιών, δημιουργώντας αναστάτωση στο σπίτι.
02

εξοικειώνω, διαχειρίζομαι

to herd or manage horses or other livestock
Transitive: to wrangle livestock
Παραδείγματα
The park ranger wrangled the unruly ponies back to their designated grazing area.
Ο δασοφύλακας έδιωξε τα άτακτα πόνι πίσω στην ορισμένη για αυτά περιοχή βοσκής.
01

μια παρατεταμένη και περίπλοκη διαμάχη, μια ατελείωτη διαφωνία

a prolonged and complicated argument or dispute, often involving a lot of discussion and disagreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrangles
Παραδείγματα
Despite the wrangle over minor details, they eventually reached a consensus.
Παρά τη διαμάχη για μικρές λεπτομέρειες, τελικά κατέληξαν σε συναίνεση.
02

καβγάς, παζάρεμα

an instance of intense argument (as in bargaining)

Λεξικό Δέντρο

wrangler
wrangling
wrangle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store