worthful
worth
ˈwɜrθ
ουερρθ
ful
fəl
φαλ
/ˈwɜːθfəl/

Ορισμός και σημασία του "worthful"στα αγγλικά

01

πολύτιμος, σημαντικός

holding significant value or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worthful
συγκριτικός βαθμός
more worthful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His worthful actions earned him respect from his peers.
Οι πολύτιμες πράξεις του του χάρισαν τον σεβασμό των συνομηλίκων του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store