Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Workplace
01
χώρος εργασίας, περιβάλλον εργασίας
a physical location, such as an office, factory, or store, where people go to work and perform their job duties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workplaces
Παραδείγματα
The workplace offers many amenities, including a gym and a cafeteria.
Ο χώρος εργασίας προσφέρει πολλές παροχές, συμπεριλαμβανομένου γυμναστηρίου και καφετερίου.
Λεξικό Δέντρο
workplace
work
place



























