workplace
work
ˈwɜ:k
vēk
place
pleɪs
pleis
workspaceworkpiece

Ορισμός και σημασία του "workplace"στα αγγλικά

01

χώρος εργασίας, περιβάλλον εργασίας

a physical location, such as an office, factory, or store, where people go to work and perform their job duties 
workplace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
workplaces
Παραδείγματα
Employees are required to follow safety guidelines in the workplace at all times. 

Οι εργαζόμενοι υποχρεούνται να ακολουθούν τις οδηγίες ασφαλείας στον χώρο εργασίας ανά πάσα στιγμή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

workplace

work

+

place

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store