workload
Pronunciation
/ˈwɜrkloʊd/

Ορισμός και σημασία του "workload"στα αγγλικά

01

φόρτος εργασίας, όγκος εργασίας

the amount of work that a person or organization has to do
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workloads
Παραδείγματα
Stress and burnout can result from consistently handling an excessive workload.
Το άγχος και η εξάντληση μπορεί να προκύψουν από τη συνεχή αντιμετώπιση μιας υπερβολικής φόρτου εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store