workload
work
ˈwɜ:k
vēk
load
ləʊd
lewd

Ορισμός και σημασία του "workload"στα αγγλικά

01

φόρτος εργασίας, όγκος εργασίας

the amount of work that a person or organization has to do 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
workloads
Παραδείγματα
She was overwhelmed by her heavy workload and had to work late every night. 

Ήταν καταπονημένη από το βαρύ φόρτο εργασίας της και έπρεπε να δουλεύει μέχρι αργά κάθε βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

workload

work

+

load

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store