wordy
Pronunciation
/ˈwɝdi/

Ορισμός και σημασία του "wordy"στα αγγλικά

01

φλύαρος, μακρολόγος

using more words than necessary
wordy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wordiest
συγκριτικός βαθμός
wordier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She revised her speech to make it less wordy and more impactful.
Αναθεώρησε την ομιλία της για να την κάνει λιγότερο φλύαρη και πιο επηρεαστική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store