wordy
wor
ˈwɜ:
dy
di
di
worrywoodywormy

Ορισμός και σημασία του "wordy"στα αγγλικά

01

φλύαρος, μακρολόγος

using more words than necessary 
wordy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wordiest
συγκριτικός βαθμός
wordier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor's lectures were often wordy, causing students to lose focus. 

Οι διαλέξεις του καθηγητή ήταν συχνά φλύαρες, κάνοντας τους μαθητές να χάνουν την εστίαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store