Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wooing
01
ερωτοτροπία, φλερτ
a man's courting of a woman; seeking the affections of a woman (usually with the hope of marriage)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wooings
Λεξικό Δέντρο
wooing
woo



























