Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wolf
01
λύκος, γκρίζος λύκος
a big and wild animal from the same family as dogs that hunts for food in groups
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wolves
Παραδείγματα
The gray wolf, known for its distinctive howls, is a symbol of the wild.
Ο γκρίζος λύκος, γνωστός για τα χαρακτηριστικά του ουρλιαχτά, είναι σύμβολο της άγριας φύσης.
02
λύκος, φλερτάρης
a man who aggressively or persistently pursues sexual attention from women
Παραδείγματα
He was called a wolf for constantly flirting with the waitresses.
Τον αποκαλούσαν λύκο επειδή φλερτάριζε συνεχώς με τις σερβιτόρες.
03
λύκος, θηρευτής
a person who is cruelly greedy, grasping, or predatory in pursuit of gain or advantage
Παραδείγματα
The wolf exploited every loophole in the contract.
Ο λύκος εκμεταλλεύτηκε κάθε παράθυρο στη σύμβαση.
to wolf
01
καταβροχθίζω, καταπίνω
to eat something quickly and voraciously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wolf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wolfs
ενεστώτα μετοχή
wolfing
απλός αόριστος
wolfed
παθητική μετοχή
wolfed
Παραδείγματα
The ravenous predator decided to wolf the prey it had caught, devouring it with precision.
Ο άπληστος θηρευτής αποφάσισε να καταβροχθίσει το θήραμα που είχε πιάσει, καταναλώνοντάς το με ακρίβεια.
Λεξικό Δέντρο
wolfish
wolf



























