witticism
Pronunciation
/wˈɪɾɪsˌɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "witticism"στα αγγλικά

01

πνευματώδης παρατήρηση, έξυπνο και παιχνιδιάρικο σχόλιο

a clever and playful statement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
witticisms
Παραδείγματα
The play is full of memorable witticisms that have become iconic lines in theater.
Το έργο είναι γεμάτο αξέχαστες πνευματώδεις παρατηρήσεις που έχουν γίνει εμβληματικές ατάκες στο θέατρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store