Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to withstand
01
αντέχω, αντιστέκομαι
to resist or endure the force, pressure, or challenges imposed upon oneself
Transitive: to withstand a pressure or challenge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
withstand
γ΄ ενικό πρόσωπο
withstands
ενεστώτα μετοχή
withstanding
απλός αόριστος
withstood
παθητική μετοχή
withstood
Παραδείγματα
The sturdy structure of the building can withstand strong winds and earthquakes.
Η γερή δομή του κτιρίου μπορεί να αντέξει ισχυρούς ανέμους και σεισμούς.
02
αντέχω, αντιστέκομαι
to resist or fight against something with strong resolve and persistence
Transitive: to withstand sth
Παραδείγματα
The fort was built to withstand enemy attacks for months.
Το φρούριο χτίστηκε για να αντέχει στις επιθέσεις του εχθρού για μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
withstander
withstand



























