wisteria
wis
ˈwɪs
ουισ
te
tɪə
τιε
ria
riə
ρια
wistaria

Ορισμός και σημασία του "wisteria"στα αγγλικά

01

γλυκίνη, ανοιχτό μοβ γλυκίνη

of a light to medium purple color, resembling the color of the flowers of the wisteria plant 
wisteria definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wisteria
συγκριτικός βαθμός
more wisteria
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, perception, nature
Παραδείγματα
She painted her room in a soft wisteria hue. 

Βάφτισε το δωμάτιό της σε μια απαλή απόχρωση γλυκίνη.

01

γλυκίνη, ουιστέρια

any flowering vine of the genus Wisteria 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wisterias

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store