Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wisecrack
01
αστειεύομαι, κάνω μια ειρωνική παρατήρηση
make a comment, usually ironic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wisecrack
γ΄ ενικό πρόσωπο
wisecracks
ενεστώτα μετοχή
wisecracking
απλός αόριστος
wisecracked
παθητική μετοχή
wisecracked
Wisecrack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wisecracks
Παραδείγματα
He couldn't resist making a wisecrack during the teacher's lecture.
Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να κάνει ένα πνευματώδες σχόλιο κατά τη διάρκεια της διάλεξης του δασκάλου.
Λεξικό Δέντρο
wisecrack
wise
crack



























