Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to window-shop
01
κοιτάζω βιτρίνες, κάνω window shopping
to look at items displayed in store windows without intending to make a purchase; to browse visually
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
window-shop
γ΄ ενικό πρόσωπο
window-shops
ενεστώτα μετοχή
window-shopping
απλός αόριστος
window-shopped
παθητική μετοχή
window-shopped
Παραδείγματα
We love to window-shop on weekends, admiring all the latest fashion trends.
Λατρεύουμε να κάνουμε παράθυρο-ψώνια τα σαββατοκύριακα, θαυμάζοντας όλες τις τελευταίες τάσεις της μόδας.



























