Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to window-shop
01
κοιτάζω βιτρίνες, κάνω window shopping
to look at items displayed in store windows without intending to make a purchase; to browse visually
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
window-shop
γ΄ ενικό πρόσωπο
window-shops
ενεστώτα μετοχή
window-shopping
απλός αόριστος
window-shopped
παθητική μετοχή
window-shopped
Παραδείγματα
Window-shopping can be a fun way to get inspiration for your next shopping spree.
Το παράθυρο-ψώνιασμα μπορεί να είναι ένας διασκεδαστικός τρόπος για να βρείτε έμπνευση για το επόμενο σας ψώνιο.



























