to window-shop
win
ˈwɪn
vin
dow
dəʊ
dew
shop
ʃɒp
shop
window-shopped

Ορισμός και σημασία του "window-shop"στα αγγλικά

to window-shop
01

κοιτάζω βιτρίνες, κάνω window shopping

to look at items displayed in store windows without intending to make a purchase; to browse visually 
to window-shop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
window-shop
γ΄ ενικό πρόσωπο
window-shops
ενεστώτα μετοχή
window-shopping
απλός αόριστος
window-shopped
παθητική μετοχή
window-shopped
Παραδείγματα
We love to window-shop on weekends, admiring all the latest fashion trends. 

Λατρεύουμε να κάνουμε παράθυρο-ψώνια τα σαββατοκύριακα, θαυμάζοντας όλες τις τελευταίες τάσεις της μόδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store