Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Windcheater
01
ανεμομπλούζα, αδιάβροχο μπουφάν
a kind of heavy jacket (`windcheater' is a British term)
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
windcheaters



























