to winch
winch
wɪnʧ
vinch
wenchwitch

Ορισμός και σημασία του "winch"στα αγγλικά

to winch
01

ανυψώνω με γερανό, τραβώ με γερανό

to lift a heavy object using a specific mechanical device 
Transitive: to winch sb/sth somewhere
to winch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
winch
γ΄ ενικό πρόσωπο
winches
ενεστώτα μετοχή
winching
απλός αόριστος
winched
παθητική μετοχή
winched
Παραδείγματα
They had to winch the fallen tree out of the road to clear the way for traffic. 

Έπρεπε να συρθεί το πεσμένο δέντρο από το δρόμο για να ανοίξει ο δρόμος για την κυκλοφορία.

01

βελονότραχηλο, μηχανή ανύψωσης

a mechanical device used for hauling or lifting, consisting of a rotating drum around which a rope, cable, or chain is wound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winches
Παραδείγματα
The sailors used a winch to hoist the anchor. 

Οι ναυτικοί χρησιμοποίησαν ένα βελάκι για να σηκώσουν την άγκυρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store