Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
willowy
01
ψηλός και λεπτός, κομψός
tall, slender, and elegant, with long, thin limbs
Approving
Παραδείγματα
The actress's willowy silhouette was highlighted by the form-fitting dress she wore to the awards ceremony.
Το ψηλό και λεπτό σιλουέτ της ηθοποιού τονίστηκε από το φόρμ φιτίντ φόρεμα που φορούσε στην τελετή βράβευσης.
Λεξικό Δέντρο
willowy
willow



























