willowy
wi
ˈwɪ
ουι
llo
λα
wy
wi
ουι
/wˈɪlə‍ʊi/

Ορισμός και σημασία του "willowy"στα αγγλικά

01

ψηλός και λεπτός, κομψός

tall, slender, and elegant, with long, thin limbs
Approving
Παραδείγματα
The actress's willowy silhouette was highlighted by the form-fitting dress she wore to the awards ceremony.
Το ψηλό και λεπτό σιλουέτ της ηθοποιού τονίστηκε από το φόρμ φιτίντ φόρεμα που φορούσε στην τελετή βράβευσης.

Λεξικό Δέντρο

willowy
willow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store