Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
willful
01
επίτηδες, πεισματάρης
done deliberately and intentionally, often with determination or stubbornness
Παραδείγματα
Despite the challenges, she pursued her dreams with willful determination, refusing to give up.
Παρά τις προκλήσεις, κυνηγούσε τα όνειρά της με επίτηδη αποφασιστικότητα, αρνούμενη να τα παρατήσει.
02
πεισματάρης, επίμονος
stubbornly disregarding rules, advice, or the wishes of others
Παραδείγματα
The willful dog made training sessions particularly challenging.
Το πεισματάρικο σκυλί έκανε τις συνεδρίες προπόνησης ιδιαίτερα προκλητικές.
Λεξικό Δέντρο
willfully
willfulness
willful
will



























