whoreson
whore
ˈhɔ:
χο
son
sʌn
σαν
worsen

Ορισμός και σημασία του "whoreson"στα αγγλικά

01

πουτάνας γιος, ηλίθιος

a person considered stupid, irritating, or ridiculous 
whoreson definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That whoreson spilled coffee on the floor again. 

Αυτός ο πουτάνας γιος ξαναχύθηκε καφές στο πάτωμα.

02

μπάσταρδος, νόθος

a person born illegitimate 
παρωχημένο
προσβλητικό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
whoresons
αρσενικό ενικό
whoreson
neutral form
bastard
Παραδείγματα
They mocked him as a whoreson all through school. 

Τον κορόιδευαν ως μπάσταρδο σε όλη τη διάρκεια του σχολείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store