Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whizz
01
σφυρίζω, βουίζω
to move swiftly through the air, generating a whistling or buzzing sound
Intransitive
Παραδείγματα
The arrow whizzed through the air, producing a sharp whistling sound as it reached its target.
Το βέλος βούιξε στον αέρα, παράγοντας έναν οξύ σφυριχτό ήχο καθώς έφτανε στον στόχο του.
02
ανακατεύω, πολτοποιώ
to blend or puree ingredients using a food processor or blender
Transitive: to whizz food ingredients
Παραδείγματα
After adding the ingredients, whizz the mixture in the food processor until it forms a smooth paste.
Αφού προσθέσετε τα συστατικά, αλέστε το μείγμα στον επεξεργαστή τροφίμων μέχρι να σχηματιστεί μια ομαλή πάστα.
03
περνώ σαν αστραπή, πετάγομαι
to move rapidly
Intransitive: to whizz to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whizz
γ΄ ενικό πρόσωπο
whizzes
ενεστώτα μετοχή
whizzing
απλός αόριστος
whizzed
παθητική μετοχή
whizzed
Παραδείγματα
The cyclist whizzed by the pedestrians on the bike path, effortlessly maneuvering through the crowd.
Ο ποδηλάτης πέρασε με ταχύτητα δίπλα από τους πεζούς στην ποδηλατόδρομο, ελισσόμενος αβίαστα μέσα στο πλήθος.
Whizz
01
άσσος, μαέστρος
someone who is dazzlingly skilled in any field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whizzes



























