to whittle away
Pronunciation
/wˈɪɾəl ɐwˈeɪ/

Ορισμός και σημασία του "whittle away"στα αγγλικά

to whittle away
01

καταστρέφω σταδιακά, μειώνω σιγά σιγά

to slowly reduce the value, size, etc. of something
to whittle away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
whittle
ενεστώτας
whittle away
γ΄ ενικό πρόσωπο
whittles away
ενεστώτα μετοχή
whittling away
απλός αόριστος
whittled away
παθητική μετοχή
whittled away
Παραδείγματα
Persistent dissatisfaction at work can whittle away an employee's motivation and morale, affecting their overall job satisfaction.
Η συνεχής δυσαρέσκεια στην εργασία μπορεί να καταστρέψει τη κίνητρα και το ηθικό ενός εργαζομένου, επηρεάζοντας τη γενική του ικανοποίηση από τη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store