Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whittle away
01
καταστρέφω σταδιακά, μειώνω σιγά σιγά
to slowly reduce the value, size, etc. of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
whittle
ενεστώτας
whittle away
γ΄ ενικό πρόσωπο
whittles away
ενεστώτα μετοχή
whittling away
απλός αόριστος
whittled away
παθητική μετοχή
whittled away
Παραδείγματα
Continuous lies and deceit can whittle away the trust between friends, leading to a strained relationship.
Οι συνεχείς ψέμματα και η εξαπάτηση μπορούν να καταστρέψουν την εμπιστοσύνη μεταξύ φίλων, οδηγώντας σε μια τεταμένη σχέση.



























