white-hot
Pronunciation
/wˈaɪthˈɑːt/

Ορισμός και σημασία του "white-hot"στα αγγλικά

01

λευκός καυτός, πυρακτωμένος

excessively heated to the point of shining in a white color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most white-hot
συγκριτικός βαθμός
more white-hot
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The furnace reached white-hot temperatures, making the factory floor unbearable.
Ο φούρνος έφτασε σε θερμοκρασίες λευκής καύσης, κάνοντας το πάτωμα του εργοστασίου αφόρητο.
02

φλογερός, παθιασμένος

intensely zealous or fervid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store