white-hot
white
waɪt
vait
hot
hɒt
hot

Ορισμός και σημασία του "white-hot"στα αγγλικά

01

λευκός καυτός, πυρακτωμένος

excessively heated to the point of shining in a white color 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most white-hot
συγκριτικός βαθμός
more white-hot
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The blacksmith shaped the white-hot steel with precise hammer strikes. 

Ο σιδηρουργός διαμόρφωσε τον πυρακτωμένο χάλυβα με ακριβείς κτυπήματα σφύρας.

02

φλογερός, παθιασμένος

intensely zealous or fervid 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store