whirring
whi
ˈwɜ:
ουερ
rring
rɪng
ρινγκ
whirling

Ορισμός και σημασία του "whirring"στα αγγλικά

01

βουητός, βουίζων

producing a continuous, buzzing, or humming sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whirring
συγκριτικός βαθμός
more whirring
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, mechanics, perception
Παραδείγματα
The helicopter's blades produced a distinctive and continuous whirring noise during its descent. 

Οι λεπίδες του ελικοπτέρου παρήγαγαν ένα χαρακτηριστικό και συνεχές βουητό κατά την κάθοδό του.

01

βουητό, σβούρισμα

a continuous, low, vibrating sound produced by something moving rapidly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whirrings
Παραδείγματα
The whirring of the ceiling fan filled the room. 

Ο βουητός του ανεμιστήρα οροφής γέμιζε το δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

whirring
whirr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store