Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whisker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whiskers
Παραδείγματα
The cat's whiskers twitched as it watched a bird outside the window.
Οι μύστες της γάτας τίναξαν καθώς παρακολουθούσε ένα πουλί έξω από το παράθυρο.
02
τρίχα, στη διαφορά μιας τρίχας
a very small distance or space
to whisker
01
εξοπλίζω με μουστάκια, προμηθεύω με βύσσους
furnish with whiskers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whisker
γ΄ ενικό πρόσωπο
whiskers
ενεστώτα μετοχή
whiskering
απλός αόριστος
whiskered
παθητική μετοχή
whiskered
Λεξικό Δέντρο
whiskerless
whiskery
whisker
whisk



























