whisker
whis
ˈwɪs
vis
ker
whickerwhisper

Ορισμός και σημασία του "whisker"στα αγγλικά

01

μουστάκι, τρίχες προσώπου

any of the long, stiff hairs that grow on the face of a cat, mouse, etc. 
whisker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whiskers
Παραδείγματα
The cat's whiskers twitched as it watched a bird outside the window. 

Οι μύστες της γάτας τίναξαν καθώς παρακολουθούσε ένα πουλί έξω από το παράθυρο.

02

τρίχα, στη διαφορά μιας τρίχας

a very small distance or space 
to whisker
01

εξοπλίζω με μουστάκια, προμηθεύω με βύσσους

furnish with whiskers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whisker
γ΄ ενικό πρόσωπο
whiskers
ενεστώτα μετοχή
whiskering
απλός αόριστος
whiskered
παθητική μετοχή
whiskered

Λεξικό Δέντρο

whiskerless
whiskery
whisker
whisk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store