Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whisker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whiskers
Παραδείγματα
The squirrel's whiskers brushed against the bark as it climbed the tree.
Οι μύστες του σκίουρου άγγιξαν το φλοιό καθώς ανέβαινε στο δέντρο.
02
τρίχα, στη διαφορά μιας τρίχας
a very small distance or space
to whisker
01
εξοπλίζω με μουστάκια, προμηθεύω με βύσσους
furnish with whiskers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whisker
γ΄ ενικό πρόσωπο
whiskers
ενεστώτα μετοχή
whiskering
απλός αόριστος
whiskered
παθητική μετοχή
whiskered
Λεξικό Δέντρο
whiskerless
whiskery
whisker
whisk



























